Νόρμα S/N 210113

January 22, 2016

Πώς θα φορτίσετε γρήγορα τις συσκευές σας;

January 22, 2016

Οι γιορτές της Κρινιώς στην μεγάλη πόλη

January 22, 2016

(β΄ μέρος)

grafei_o_gorillas_lndscp

Είναι παραμονή πρωτοχρονιάς και στέκομαι στα γόνατα, πεσμένος στον δρόμο, έτοιμος να βάλω τα κλάματα. Τι κάνω εδώ; Πως βρέθηκα εδώ; Χιονίζει. Γιατί χιονίζει παραμονή; Για να απαλύνει τον πόνο μου; Μήπως είναι όλα στο μυαλό μου; Οι νιφάδες πέφτουν με ορμή και καλύπτουν το κεφάλι μου και θυμάμαι, θυμάμαι τις μέρες που ζήσαμε…
Ας πάμε λίγο πιο πίσω, αγαπημένοι μου φίλοι. Η Κρινιώ και εγώ κρατιόμαστε χέρι, χέρι και διασχίζουμε την Ερμού, ντυμένοι με την ανθρώπινη μορφή μας. Είναι παραμονή Χριστουγέννων. Κοσμοσυρροή. Ένα κομμάτι μου θέλει να τρέξει σπίτι, να καθίσει να γράψει για να κράξει όλο τον κόσμο που περιμένει την παραμονή Χριστουγέννων, να βγει έξω να ψωνίσει, αλλά η θέρμη της Κρινιώς στην παλάμη μου συγκρατεί αυτή την πηγαία παρόρμηση και με παρασέρνει σε ένα σουλατσάρισμα χωρίς όριο. Κοντοστεκόμαστε παντού, κοιτάζει τις βιτρίνες με έκπληξη, την κοσμοθάλασσα, τους πλανόδιους, τους καλλιτέχνες που παίζουν με τις κιθάρες τους, «…τον Μπάμπη, τον Μπάμπη τον φλου…».
Αυτό το τραγούδι το ξέρω, μου λέει. Το ακούω κάθε καλοκαίρι στο νησί.
Νομίζω αυτό είναι θέμα για να γίνει άρθρο για τους γραφικούς που τραγουδάνε τα ίδια και τα ίδια με την κιθάρα στις παραλίες κάθε καλοκαίρι.
-Τι εννοείς;
-Σίγουρα έχεις ακούσει και τον Αύγουστο του Παπάζογλου.
-Αχ, είναι το αγαπημένο μου, όποτε το ακούω θέλω να κάνω αυτό, λέει και ορμάει επάνω σε ένα πεζούλι.
Ο κόσμος ξαφνικά σταματάει να ακούει τους κιθαρίστες και κοιτάζει ξαφνιασμένος την Κρίνιω να βελάζει και να τραβάει τα βυζιά της και έπειτα να προσπαθεί να τα μασουλήσει. Την σκέπασα γρήγορα με το παλτό μου και την πήρα μακριά και χαθήκαμε στο πλήθος. «Άσε με τώρα που κάνω κέφι», φώναξε. Της εξήγησα ότι δεν γίνεται να το κάνει αυτό, δεν είναι πια κατσίκα και στον άνθρωπο υπάρχουν στοιχειώδεις κανόνες συμπεριφοράς. «Μα, εγώ έτσι έχω μάθει δεν θα αλλάξω τώρα, και είμαι αγριοκατσίκα γαμώ το φελέκι μου». Δεν ήθελε να καταλάβει αλλά άρχιζε να βρίζει σαν εμένα, αχ είχαμε ήδη αρχίσει να αφομοιώνει ο ένας τον άλλο, πόσο το χαιρόμουν.
Συνεχίσαμε τις βόλτες μας στην Αθήνα. Για κακή μου τύχη η Κρίνιω ήξερε πολλά και ήθελε να κάνουμε όλα αυτά που είχε δει ή ακούσει από τους τουρίστες στο νησί. Επίσης πήγαινε στην μόνη ταβέρνα του νησιού που είχε τηλεόραση και από τον κήπο έκοβε μάτι και έβλεπε τα πάντα από αμερικάνικες σειρές μέχρι ειδήσεις. Οπότε είχε έρθει με μια τεράστια λίστα μαζί της. Τώρα ήθελε πατινάζ γιατί το είχε δει σε μια αμερικάνικη ρομαντική ταινία. Έτσι και έγινε και αφού ξεπατωθήκαμε στον πάγο και φάγαμε τα μούτρα μας πολλάκις, βγάλαμε και μερικά σέλφις που ήθελε να τα ποστάρει στο Instagram, στο λογαριασμό που φτιάξαμε μετά στο netcafe που πήγαμε, πριν καταλήξουμε να παίξουμε bowling και δώσουμε ένα φιλί κάτω από το γκι, πριν φάμε ποπ κορν σε σινεμά αφού της εξήγησα ότι η Αθήνα δεν έχει drive in και όπου τελικά την πήγα στον Λυκαβηττό να δει τα αστέρια γιατί θα με έσκαγε.

sex-and-the-goat

Είχε βραδιάσει πια και περπατάγαμε μεθυσμένοι. Είχαμε πιει αρκετά ποτά και πολλά Manhattan γιατί  λέει η Κάρι Μπράτσο ήταν η αγαπημένη της και είχε δει πολλά επεισόδιά του Sex and the City και ήθελε να γυρίσουμε όλα τα μπαρ. Βέβαια σε ένα μπαρ είπα αμάν να την πιάσω, όταν όντας μεθυσμένη όρμησε μες στο μπαρ να φάει όλα τα πορτοκάλια, φρούτα, λαχανικά που έβαζε ο μπάρμαν στα ποτά. Επίσης στο τελευταίο μπαρ την άρπαξα και την έβγαλα σηκωτή από το μπαρ, όταν ο μπάρμαν την κοίταξε που μάσαγε τσίχλα και της λέει «Χα, χα μασάς σαν κατσίκα». «Άσε με να τον γαμήσω τον πούστη, είμαι αγριοκατσίκα…». Αυτό την πείραξε. Είχε μεθύσει για τα καλά αλλά μ’ άρεσε με έκανε να χαμογελάω, αυτό το πηγαίο, το άγριο, ακατέργαστο, που έβγαινε από μέσα της.
Με αυτά και αυτά, καταλήξαμε να κάνουμε οχτάρια κάπου στην οδό Αθηνάς, στρίβοντας στα στενά για να κόψουμε δρόμο και τότε χωρίς να το καταλάβουμε, βρεθήκαμε στην μέση της κολάσεως. Πώς να το εξηγήσεις τώρα αυτό σε μια κατσίκα; Είχαμε βρεθεί στην κρεαταγορά. Ήταν άδεια και μόνο οι πάγκοι που κόβουν το κρέας και οι τεράστιες ταμπέλες που έγραφαν κρέας, ντόπιο, κλπ. υπήρχαν που φώτιζαν γύρω σαν εορταστικά λαμπιόνια. Μου έπιασε το χέρι και κοίταξε γύρω τρομαγμένη.

meat-market

-Έλα πάμε, της είπα.
-Εδώ είναι που…;
-Ξέρεις…;
-Ναι, βλέπεις η τηλεόραση…
-Ναι, εδώ.
-Πως μπορούν; Άφησε το χέρι μου και άρχισε να τρέχει.
Γαμώτο μου, έπρεπε να είμαι πιο προσεχτικός, θα της ήρθε σοκ. Άρχισα να την ψάχνω σε όλη την Αθήνα μέχρι που έφτασα μέχρι το σύνταγμα και τότε την είδα. Η αθεόφοβη ήταν μες στο σιντριβάνι μέχρι τα γόνατα. Μου είπε μόνο πως αυτό την ηρέμησε γιατί της θύμισε τις πηγές στο νησί. Την πήρα γρήγορα, της έδωσα το παλτό μου και κάλεσα ταξί. Κάπως έτσι φτάσαμε σπίτι και της έστρωσα να κοιμηθεί έξω. Όμως τότε έκανε κάτι που δε το περίμενα, με πήρε από το χέρι και με τράβηξε μέσα στο διπλό κρεβάτι. Μου τράβηξε το φερμουάρ της ανθρώπινης στολής μου. Την έβγαλα και ξάπλωσα στο κρεβάτι. Έμεινα να την κοιτάζω να βγάζει σιγά σιγά την στολή της και να ξεπροβάλει η τραγίσια μορφή της. Τότε αγαπημένοι μου φίλοι με πλησίασε και μου έδειξε το μαστό της.  Ήταν το καλύτερο βράδυ της ζωής μου, με άφησε όλο το βράδυ να… πίνω το γάλα από το μαστό της ως το πρωί. Ένιωσα ξανά σαν μωρό στην αγκάλη της μάνας του.

Είχαμε έρθει πια τόσο κοντά. Οι επόμενες μέρες έτσι κύλησαν, όλη την ημέρα βόλτες στην Αθήνα, πολλές βόλτες και το βράδυ έρωτα, πολύ έρωτα μέχρι που… Ήταν ένα πρωινό που θα πηγαίναμε να δούμε την Ακρόπολη, το μουσείο και πολύ περισσότερο την ενδιέφερε να ενημερωθεί για τον θεό Πάνα. Της είχε κάνει τόσο έκπληξη η μορφή του, όταν είδε ένα αναμνηστικό ομοίωμά του, στους πάγκους στο μοναστηράκι.
-Δηλαδή ήταν μισός άνθρωπος μισός τράγος;
-Ναι, αυτή ήταν η μορφή του.
-Και γιατί την είχε τόσο μεγάλη;
-Κοίτα εκεί είναι τα τσολιαδάκια.

goat-high
Εκείνο όμως το πρωινό μου είπε ότι είχε μια αδιαθεσία, της είπα ότι δεν πείραζε θα μέναμε μέσα αλλά δεν ήθελε να με κρατήσει μέσα, εξαιτίας της. Ένιωσα πως ήθελε να μείνει μόνη της, οπότε την άφησα και πήγα να δω τους φίλους μου. Γύρισα το απόγευμα, την είδα να κάθεται έξω δίπλα στα κάγκελα και να κοιτάζει κάπου πέρα μακριά. Την πλησίασα πίσω από την πλάτη της και τότε της είπα… Χμ αυτός ο διάλογος με προβληματίζει. Ξέρετε φίλοι μου καλοί, είναι κάποια πράγματα στην ζωές μας που δεν λέγονται και είναι μόνο για εμάς που τα ζήσαμε και έχουν μείνει για πάντα ανεξίτηλα χαραγμένα μέσα μας, ότι ένιωσες εκείνη την στιγμή δεν μπορεί να ειπωθεί, αν γίνει λέξη, γίνει κείμενο θα χάσει την αξία του. Βέβαια εδώ είμαι για να σας μεταδώσω αυτή την ιστορία μου. Οπότε ας πούμε ότι έγιναν κάπως έτσι…
-Κρίνιω μου τι έχεις; Δεν γύρισε να με κοιτάξει, μόνο έμεινε σαν να μην με είχε ακούσει καν να μιλάω.
Κρίν…
-Δεν με βλέπεις; Κάθομαι εδώ πέρα και τρέμω. Κάθομαι έξω και τρέμω.
-Μα κάνει κρύο.
-Γύρισε με δάκρια στα μάτια
-Δεν καταλαβαίνεις; Εγώ δεν κρύωνα ποτέ μου.
-Ε και;
-Έχω αλλάξει Τάγκο μου. (Έτσι με φώναζε)
-Φοβάσαι που είσαι αγριοκατσίκα και εγώ ουρακοτάγκος;
-Μα τι λες φοβήθηκα ποτέ που είμαστε διαφορετικοί; Ίσα ίσα αυτό μου άρεσε.
-Τότε;
-Εχθές έκανα αφρόλουτρο μες  σε αιθέρια έλαια και δεν ήθελα να βγω έξω γιατί μου άρεσε τόσο πολύ. Συνήθισα το κρεβάτι, συνήθισα το πρωινό στο κρεβάτι, συνήθισα τον φούρνο μικροκυμάτων, το πιστολάκι στο μαλλί μου, την ζέστη του καλοριφέρ, να πίνω καφέ από την μηχανή εσπρέσο, τα σατέν σεντόνια που δεν έχεις αλλά αν είχες θα τα είχα συνηθίσει και αυτά.
-Δεν είναι κακό καμιά φορά να δέχεσαι τις απολαύσεις.
-Μα εγώ δεν είμαι αυτή. Αλλάζω και δεν μ’ αρέσει. Δεν καταλαβαίνεις;
-Μα δεν είναι κακή η αλλαγή.
-Σταμάτα πια.
Φώναξε και άρχισε να μου χτυπάει το στήθος, μέχρι που ξέσπασε σε κλάματα στην αγκαλιά μου.
-Κρινιώ μου τι έχεις;
-Είμαι μαθημένη αλλιώς, δεν θέλω να χάσω αυτό που είμαι.
-Μα δεν…
-Όχι άκουσε με Τάγκο, εγώ δεν είμαι άνθρωπος και ούτε θέλω να ζω έτσι. Είμαι μια κατσίκα.
-Όχι μια αγριοκατσίκα είσαι, μη το ξαναπείς αυτό Κρινιώ μου.
-Άσε με, ξέρω τι είμαι, μια κατσίκα, μια κατσίκα μαθημένη να τρώει άγρια χόρτα και να την χτυπάει η αλμύρα της θάλασσας. Μια κατσίκα μαθημένη να τρέχει στα άγρια βράχια και να κατεβαίνει δειλά το καλοκαίρι στους παραθεριστές, μήπως βρει λίγη παραπάνω τροφή. Αυτό είμαι και δεν θέλω τίποτα άλλο να είμαι. Δεν θέλω να είμαι άνθρωπος, δεν θέλω να ζήσω στην πόλη, ούτε θέλω να είμαι μισή κατσίκα, μισός άνθρωπος, δεν είμαι ο θεός Πάνας, δεν θέλω να γίνω κάτι άλλο, δεν θέλω να χάσω με τίποτα αυτή την ελευθερία μου.

goats-surf

-Μα αν… τότε..
-Ναι. Δεν μπορώ να μείνω άλλο εδώ..
-Μα νόμιζα ότι θα, ότι πια θα έμενες εδώ μαζί μου. Θα πηγαίναμε στο νησί τα καλοκαίρια και όλο τον χειμώνα θα τον ζούσαμε εδώ μαζί.
-Δεν μπορώ, δεν μπορώ να γίνω άνθρωπος και δεν το θέλω. Εσύ είσαι μαθημένος αλλιώς αλλά δεν βλέπεις; Έχεις γίνει κάτι άλλο. Δεν είσαι πια ένας ουρακοτάγκος της ζούγκλας, έχεις εξανθρωπιστεί. Εγώ όμως δεν το αντέχω αυτό, δεν θέλω να χάσω την φύση μου, δεν θέλω να…
-Σταμάτα, σταμάτα, είμαι… είμαι ουρακοτάγκος.
-Έκατσα στην σεζ λογκ μου θυμωμένος. Με πλησίασε.
-Μπορείς να έρθεις μαζί μου να ζήσουμε για πάντα στο νησί.
-Δεν μπορώ να αφήσω την ζωή στην πόλη. Α καλή είσαι εσύ για του λόγου σου, θες να θυσιάσω όλη την ζωή μου για να μην ξεβολευτείς εσύ. Κοίτα εκεί μια κατσίκα που ήθελα να την κάνω άνθρωπο.
-Μην θυμ..
-Θα θυμώσω και θα κάνω ότι θέλω. Δεν θα μου πεις εσύ τι θα κάνω, όπως δεν θα μου πεις ότι δεν είμαι Ουρακοτάγκος. Τι έγινε μήπως υπάρχει άλλος; Βέβαια ήρθες Αθήνα, σου τα έδειξα όλα και τώρα δεν σου είμαι πια αρκετός. Μήπως αυτός ο φίλος μου στο νησί που σε τάιζε συνέχεια φρούτα; Ε, βέβαια τόση οικειότητα δεν ήταν τυχαία. Θες να πας να τον βρεις; Μήπως θες να πας σε αυτόν; Το ξέρεις ότι είναι παντρεμένος; Θα διαλύσεις και σπίτια τώρα; Που να τα πω στην γυναίκα του.
-Τάγκο μου τι λες.
-Μην μ’ αγγίζεις. Ε, πες μου ποιος είναι; Κανένας Τράγος στο νησί που σε έχουν προξενέψει; Ήρθες γλέντησες για να μην έχεις απωθημένα και τώρα πας έτοιμη για τον γάμο; Πες μου.
-Τάγκο…
-Με έκανες να σε αγαπήσω για να φύγεις ε; Φύγε… Φύγε με ακούς; Φύγε.
-Της φώναξα και την έσπρωξα μακριά μου.
Η Κρινιώ είχε ετοιμάσει τα πράγματά της από πριν. Σκούπισε τα δάκρυά της και άνοιξε την πόρτα να φύγει.
-Θα πετάξω στην θάλασσα την ανθρώπινη μορφή, όταν φτάσω στο νησί. Σε ευχαριστώ για όλα. Θα σε θυμάμαι για πάντα.
Τότε δεν άντεξα, έτρεξα και την κράτησα στην αγκαλιά μου.
-Συγγνώμη, δεν ξέρω τι λέω, συγγνώμη. Μην φύγεις, της είπα κλαίγοντας. Σε παρακαλώ μην φύγεις.
-Θα σ’ αγαπάω για πάντα και θα σε περιμένω να το ξέρεις, μου είπε και μου έδωσε ένα φιλί.
Και τότε αγαπημένοι μου φίλοι έφυγε. Έφυγε από την αγκαλιά μου και εγώ έπεσα νεκρός. Έτσι απλά σε μια στιγμή κάποιος  που αγάπησες, φεύγει και εσύ δεν μπορείς να κάνεις τίποτα απολύτως, τίποτα και απλά σε αφήνει άδειο, με ένα ανεκπλήρωτο κενό μέσα σου που με αυτό απλώς, πρέπει να μάθεις να ζεις. Εκείνη την στιγμή σκεφτόμουν τα πάντα, σκεφτόμουν ποιος ήμουν, ποιος ήθελα να είμαι, τι ήθελα να είμαι, δεν ήξερα πια, αλλά το μόνο που ήξερα ήταν ότι δεν ήθελα να την χάσω και άρχισα να τρέχω, να τρέχω να την προλάβω στους δρόμους αλλά είχε ήδη φύγει. Ήταν βράδυ παραμονής πρωτοχρονιάς και τριγύριζα μες στους δρόμους να φωνάζω Κρινιώ Μέχρι που έπεσα στα γόνατα και το χιόνι άρχισε να με σκεπάζει.

goat_gorilla
Δεν ξέρω πόση ώρα ήμουν εκεί παγωμένος, νικημένος στον πόνο μου, όταν νόμισα ότι άκουσα ένα καμπανάκι και κοίταξα γύρω μου έκπληκτος μήπως την δω. Μα μόνο χιόνι, τότε ήταν που άκουσα μες στην καρδιά μου το γάργαρο βέλασμά της, αυτό που μου έδινε τόση χαρά και με έκανε να χαμογελάω. Ναι έπρεπε να είμαι δυνατός, η Κρινιώ μου αυτό θα ήθελε, ότι ζήσαμε ήταν τόσο δυνατό άλλωστε και έτσι έπρεπε να σταθώ και εγώ. Σηκώθηκα και πήγα στο σπίτι και όταν μπήκα πάνω στην σεζλόνγκ μου είδα ακουμπισμένο το καμπανάκι της, μου το είχε αφήσει. Το κράτησα σφιχτά πάνω στο στήθος μου. Αχ Κρινιώ μου.
Κάπως έτσι αγαπημένοι μου φίλοι, θα χε τελειώσει αυτή η ιστορία ή μπορεί και να τέλειωσε, δεν έχει σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι ζήσαμε, μένει βαθεία για πάντα αποτυπωμένο μέσα μας και αυτό δεν αλλάζει ποτέ, αλλά μας συντροφεύει για πάντα. Σας κλείνω με μια ευχή, όσο κλισέ και αν ακουστεί, να τολμάτε να ζείτε και ας είναι να πονέσετε, γιατί αν μη τι άλλο, μόνο τότε έχει αξία η Ζωή. Καλή χρονιά σε όλους σας και να έχετε πάντα δίπλα σας (ή μέσα σας) ότι σας κάνει να χαμογελάτε.

Ο Ουρακοτάγκος της διπλανής Σεζλόγκ

Leave a comment